Να
βρέχει.. Όχι πολύ, ίσα να ‘χει συννεφιά και να ψιχαλίζει. Να πας και
να περιμένεις κάτω απ’ το σπίτι της, ψάχνοντας κάτι πρωτότυπο να της
πεις για να κατέβει. Αλλά να μη βρίσκεις. Και να περιμένεις. Ν’ ανάβεις
τσιγάρο και πάλι να το σβήνεις. Ψάχνοντας να βρεις κάτι καλό.
Κι εκείνη, δυο
ορόφους πιο πάνω, να σε βρίζει από μέσα της που δεν τηλεφωνείς, γιατί
είναι τόσο εγωίστρια που δε θα παραδεχτεί πως της έλειψες. Ακόμα κι αν
έχει μόνο μια μέρα να σε δει. Και να προσπαθεί να συγκεντρωθεί σ’ αυτό
που έβαλε στοίχημα με τον εαυτό της να τελειώσει, αλλά να μη μπορεί.
Και τελικά, ναι! Το βρήκες αυτό που τόση ώρα έψαχνες! Και χτυπάς το κουδούνι.
Κι ακούει τη φωνή σου: «Θα ‘ρθεις να χορέψουμε τανγκό με τις μπυτζάμες;»
«Εγώ δεν ξέρω τανγκό»
«Δεν πειράζει, θα σε μάθω εγώ»
«Σίγουρα;»
«Κατέβα και θα δεις. Σε λίγο θα βγουν και στα μπαλκόνια να μας χαζεύουν..»
Σάσα, δεν ξέρω τανγκώ!
ΑπάντησηΔιαγραφή:D
εγώ είμαι,ναι.
εεε δεξιά, και λίγο κάτω, ντάξει πολύ κάτω, ΠΑΛΙ βρήκα λύση;;
ΑπάντησηΔιαγραφή