Μ’ αρέσει όπως μυρίζουν οι
τσάντες για τη θάλασσα. Ή αυτές που δεν προορίζονταν για εκεί, και βρέθηκαν
εκεί από ανάγκη.
Ταλαιπωρία σκέτη...
Πετσέτες που έκαναν μέρες να πλυθούν, απλά σκούπιζαν, βρέχονταν, ξανασκούπιζαν,
στέγνωναν και ξανά απ’ την αρχή. Ώσπου το κόκκινο έγινε ροζ. Και απ’ το αλατόνερο πέτρωσαν. Και ξανά στην
τσάντα και ξανά στην παραλία...
Αντηλιακά και λάδια που άνοιξαν στη διαδρομή
και τα ‘καναν όλα πατούρα.
Βιβλία με τις άκρες τους πλισέ απ’ τα πολλά νερά. Ακόμα κι αυτά. Κι αυτά έχουν
άλλη μυρωδιά αφού γυρίσουν απ’ τη θάλασσα.
Σιγά μην την πλύνεις. Πώς
θα θυμάσαι άλλωστε το καλοκαίρι όταν έχει μπει ο χειμώνας; Και πως θα
ξαναθυμάσαι το προηγούμενο καλοκαίρι όταν έρθει το επόμενο;
Γι ‘αυτό σου λέω. Μυρίζουν ωραία οι τσάντες που πάνε στη θάλασσα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου