Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

προτού να ξημερώσει





Πάντα μου άρεσαν οι ανατολές. Και τα ηλιοβασιλέματα. Αλλά πιο πολύ οι ανατολές. Είναι αυτό που με το ηλιοβασίλεμα τελειώνει κάτι,όχι; Με την ανατολή αρχίζει. Νιου ντέι, νιου λάιφ, νιου έρα, ποιος ξέρει; Πάντως κάτι αρχίζει.

Πάντα την απολάμβανα

Και πάντα περίμενα

Και πάντα κλείναν τα μάτια μου

Και πάντα το πείσμα ήταν πιο δυνατό.

Και περίμενα

Ζούσα, κάπως, για εκείνη τη στιγμή. Που γεμίζουν όλα χρώμα. Που γίνονται όλα χρώμα. Πορτοκαλί, κίτρινο, κόκκινο, μπλε, μωβ..Μια στιγμή, χίλια χρώματα.

Και γαμώτο, είναι χειμώνας, και αργεί, και κάνει κρύο και αύριο π...

Και ΜΠΟΥΜ!

Μια, δυο, τρεις, πέντε, δέκα ακτίνες, βρίσκουν άριστο στόχο, τυφλώνεσαι, ασυναίσθητα βάζεις το χέρι να καλύψεις τα μάτια, και αμέσως το βγάζεις – ξέρεις ότι
δεν είναι για πολύ, σε λίγο συνηθίζεις, όλα τα συνηθίζεις...
Εντάξει, αυτό ήταν. Το μισοφεγγαράκι βγαίνει, γίνεται κυκλάκι και τραβάει κατά πάνω.
Α, ρε ήλιε. Όλα τα νικάς. Σπρώχνεις βουνά και θάλασσες και ουρανό, και πάλι εσύ φαίνεσαι πρώτος. Πάλι καλά. Που ‘σαι και ‘συ και τους νικάς όλους και παίρνεις και καμιά ρεβάνς για ‘μας.

-πάει;
-πάει...
-Ωραία, άντε κοιμήσου τώρα, μόλις κέρδισες μια μέρα ακόμα

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

"Μου λείπει που δεν είμαι εφτά χρονών..."

Και  ‘μενα..
Μου λείπει που δεν είμαι μπελάς.
Μου λείπει να σπρώχνω τη μαμά να φύγουμε απ’ το σχολείο, μη τυχόν και μάθει τις μαλακίες που έκανα..
Μου λείπουν τα κάστρα που φτιάχναμε με τις κασετίνες και τα παιχνιδάκια απ’ τα Κίντερ..Κι ας καθόμασταν στο πρώτο θρανίο.
Μου λείπει να κυνηγάμε μια μπάλα, που ίσα χωρούσε στη χούφτα μας..
Μου λείπει κι ο κολλητός μου που μετά δε μ’ έπαιζε γιατί μεγάλωσε κι εγώ ήμουνα κορίτσι.
Μου λείπει να έρχονται οι συμμαθητές μου και να μου λένε «..η γιαγιά σου είναι στην πόρτα!»
Ναι, γαμώ..Μου λείπει που δεν είμαι εφτά χρονών…

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Δεύτερη ζωή δεν έχει

Χρόνια, μήνες, βδομάδες, μέρες, ώρες, λεπτά, δεύτερα, στιγμές
Καρφιτσωμένες με ποστ ιτ σε όλα τα χρώματα

Νύχτες στο Μαραβέγια
Απογεύματα στο λιμάνι
Μεσημέρια με καφέ στον πλάτανο
Πρωινά με χανγκόβερ
Χαράματα με μπύρα και χαρτιά
Γέλιο μέχρι να γυρίσει και το τελευταίο ζευγάρι μάτια πάνω σου. Πιο γέλιο δε βρίσκεις!
Κλάμα μέχρι οι λυγμοί να γίνουν πιο πολλοί απ’ τις ανάσες
Γέλιο που γίνεται κλάμα
Κλάμα που γίνεται γέλιο

Μπύρα
Βότκα
Τσίπουρο
Τζιν
Χυμός ροδάκινο

Βιβλία, σημειώσεις, φυλλάδια, χαλί δε φαίνεται, διαφάνειες, γιουτιούμπ, Μουσικό κουτί και ριπίτ, ντεπόν, καφές, τσιγάρα, καφές, τσιγάρα, καφές, τσιγάρα…

Λίγο πριν φύγω
Για όλες τις νύχτες
Για όλες τις μέρες
Για όλες τις στιγμές
Ένα ευχαριστώ
Κι ένα δεν κρατιέμαι

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

ΜΠΑΜ!



Για σένα τράβαγα πιστόλι

Τότε, τώρα, πάντα

Για όλα τα χαμόγελα, για όλα τα τετράδια, για όλες τις μουσικές, για όλους τους στίχους, για όλες τις κασέτες που γράψαμε, για όλες τις ανατολές που είδαμε, για όλες τις γραμμές και όλες τις σκιές, για το τεύχος που λείπει

Για τα χαμόγελα που πάγωσαν, για το αλκοόλ, για τον καπνό, για τα ξενύχτια

Γιατί από φόβο μ’ είχαν όλοι

Για σένα

Για μένα

Πιστόλι

Μη!

Θα 'ρθεις να χορέψουμε τανγκό με τις μπυτζάμες;

Να βρέχει.. Όχι πολύ, ίσα να ‘χει συννεφιά και να  ψιχαλίζει. Να πας και να περιμένεις κάτω απ’ το σπίτι της, ψάχνοντας κάτι πρωτότυπο να της πεις για να κατέβει. Αλλά να μη βρίσκεις. Και να περιμένεις. Ν’ ανάβεις τσιγάρο και πάλι να το σβήνεις. Ψάχνοντας να βρεις κάτι καλό.


Κι εκείνη, δυο ορόφους πιο πάνω, να σε βρίζει από μέσα της που δεν τηλεφωνείς, γιατί είναι τόσο εγωίστρια που δε θα παραδεχτεί πως της έλειψες. Ακόμα κι αν έχει μόνο μια μέρα να σε δει. Και να προσπαθεί να συγκεντρωθεί σ’ αυτό που έβαλε στοίχημα με τον εαυτό της να τελειώσει, αλλά να μη μπορεί.

Και τελικά, ναι! Το βρήκες αυτό που τόση ώρα έψαχνες! Και χτυπάς το κουδούνι.

Κι ακούει τη φωνή σου: «Θα ‘ρθεις να χορέψουμε τανγκό με τις μπυτζάμες;»
«Εγώ δεν ξέρω τανγκό»
«Δεν πειράζει, θα σε μάθω εγώ»
«Σίγουρα;»
«Κατέβα και θα δεις. Σε λίγο θα βγουν και στα μπαλκόνια να μας χαζεύουν..»